Μετάφραση του "PIN" σε Ελληνικά
Οι προσωπικός αριθμός αναγνώρισης, καρφίτσα, περόνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "PIN" σε Ελληνικά.
Acronym of [i]personal identification number[/i]. [..]
-
προσωπικός αριθμός αναγνώρισης
noun neuterSince 1994, a personal identification number (hereinafter PIN) has been assigned to every person receiving an ID or a passport.
Από το 1994, ένας προσωπικός αριθμός αναγνώρισης (εφεξής PIN) παραχωρείται σε κάθε πρόσωπο που εκδίδει δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " PIN " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A small device, made (usually) of drawn-out steel wire with one end sharpened and the other flattened or rounded into a head, used for fastening. [..]
-
καρφίτσα
noun femininesmall device; small needle with no eye [..]
Well, you can add another pin to the collection.
Μπορείτε να προσθέσετε άλλη μια καρφίτσα στην συλλογή.
-
περόνη
nounI can get to the hole and dismantle the firing pin.
Έτσι, να μπορέσω να δω την τρύπα και να αχρηστεύσω την περόνη.
-
πείρος
The same pin can be used to secure the barrel to the action.
Ο ίδιος πείρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στερεωθεί η κάννη στον μηχανισμό όπλισης.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καρφί
- ακίδα
- καρφώνω
- καρφιτσώνω
- πίρος
- ακινητοποιώ
- κολλώ (κάποιον) στον τοίχο
- κρατάω γερά
- περιορίζω
- πιάνω κάποιον
- στριμώχνω
- σούβλα
- βελόνα
- πόδι
- πόρπη
- πέλμα
- καρφίτσωμα
- καρφίτσα (κόσμημα)
-
Ακίδα, ακροδέκτης, πείρος
Εικόνες με "PIN"
Φράσεις παρόμοιες με "PIN" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Μπόουλινγκ
-
ακροδέκτης συνδέσμου
-
ουζόνι
-
Μοντέλο pin-up
-
περόνη
-
μανταλάκι
-
Μικρού αριθμού ακροδεκτών
-
πινέζα