Μετάφραση του "Page" σε Ελληνικά

Οι Σελίδα, Ειδοποιώ, αναζητώ, σελίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Page" σε Ελληνικά.

Page proper noun

An English and Scottish occupational surname for someone who was a servant. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σελίδα

    Open your book on page nine.

    Άνοιξε το βιβλίο σου στη σελίδα εννιά.

  • Ειδοποιώ, αναζητώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Page " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

page verb noun γραμματική

(obsolete) A serving boy – a youth attending a person of high degree, especially at courts, as a position of honor and education. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σελίδα

    noun feminine

    record [..]

    Open your book on page nine.

    Άνοιξε το βιβλίο σου στη σελίδα εννιά.

  • σελιδοποίηση

    Changes to current page-setting would involve an increase in these costs.

    Η μεταβολή στη σημερινή σελιδοποίηση θα συνεπαγόταν αύξηση των εν λόγω εξόδων.

  • γκρουμ

    noun

    I need to quit the page program and get a real job.

    Πρέπει να φύγω από τους γκρουμ και να πιάσω κανονική δουλειά.

Εικόνες με "Page"

Φράσεις παρόμοιες με "Page" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Page" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη