Μετάφραση του "Paint" σε Ελληνικά

Οι Χρώμα, βάφω, ζωγραφίζω, βάφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Paint" σε Ελληνικά.

Paint noun γραμματική

a Paint Horse [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Χρώμα, βάφω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Paint " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

paint verb noun γραμματική

A substance that is applied as a liquid or paste, and dries into a solid coating that protects or adds color/colour to an object or surface to which it has been applied. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζωγραφίζω

    verb

    practise the art of painting pictures [..]

    The plan was to make enough money to get to Paris and paint.

    Ο σκοπός ήταν να μαζέψω αρκετά χρήματα για να πάω στο Παρίσι, να ζωγραφίζω.

  • βάφω

    verb

    apply paint to [..]

    Well, it's got to be better than painting houses.

    Θα είναι κάτι καλύτερο από το να βάφω σπίτια.

  • χρώμα

    noun neuter

    substance [..]

    In that wagon of mine, I got me a bucket of white paint.

    Στην άμαξά μου, έχω ένα κουβά με λευκό χρώμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαφή
    • μπογιά
    • χρωματίζω
    • απεικονίζω
    • μπογιατίζω
    • Βαφές
    • ρουζ

Εικόνες με "Paint"

Φράσεις παρόμοιες με "Paint" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Paint" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη