Μετάφραση του "Pair" σε Ελληνικά

Οι Ζεύγος, ζευγάρι, ζεύγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pair" σε Ελληνικά.

Pair
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ζεύγος

    One pair of vouchers is used for each territory crossed.

    Ένα ζεύγος αποκομμάτων χρησιμοποιείται για κάθε έδαφος από το οποίο διέρχεται το εμπόρευμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pair " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

pair verb noun γραμματική

Two similar or identical things taken together; often followed by of. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ζευγάρι

    noun neuter

    couple of working animals attached to work together [..]

    Tom was wearing an old pair of shoes.

    Ο Τομ φόραγε ένα παλιό ζευγάρι παπούτσια.

  • ζεύγος

    noun

    One pair of vouchers is used for each territory crossed.

    Ένα ζεύγος αποκομμάτων χρησιμοποιείται για κάθε έδαφος από το οποίο διέρχεται το εμπόρευμα.

  • ζευγαρώνω

    verb μόνο στην ενεργ.φ.) ΜΤΒ (+αιτ.

    1) Φέρνω μαζί τα δύο ομοειδή ή αλληλοσυμπληρούμενα πράγματα τα οποία αποτελούν ζευγάρι. | Χρήσεις: Να ζευγαρώσεις τις κάλτσες σου (ΣΥΝ ταιριάζω 1α) [ΜΗΛΝΕΓ] [..]

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνδυάζω
    • αναπαράγομαι
    • δημιουργώ ζεύξη

Εικόνες με "Pair"

Φράσεις παρόμοιες με "Pair" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pair" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη