Μετάφραση του "Paper" σε Ελληνικά

Οι Χαρτί, έγγραφο, διατριβή, χαρτί, έγγραφο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Paper" σε Ελληνικά.

Paper
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Χαρτί, έγγραφο, διατριβή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Paper " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

paper adjective verb noun γραμματική

A sheet material used for writing on or printing on (or as a non-waterproof container), usually made by draining cellulose fibres from a suspension in water. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρτί

    noun neuter

    sheet material [..]

    I have to write a letter. Do you have some paper?

    Πρέπει να γράψω ένα γράμμα. Έχεις χαρτί;

  • έγγραφο

    noun neuter

    written document shorter than a book [..]

    Sign your name at the end of the paper.

    Παρακαλώ υπογράψτε στο τέλος του εγγράφου.

  • εφημερίδα

    noun feminine

    Felted or matted sheets of cellulose fibers, formed on a fine-wire screen from a dilute water suspension, and bonded together as the water is removed and the sheet is dried.

    This paper has a large circulation.

    Αυτή η εφημερίδα έχει μεγάλη κυκλοφορία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • χάρτινος
    • χάρτης
    • ανακοίνωση
    • τίτλος
    • αξιόγραφο
    • βίβλος
    • διπλώνω με χαρτί
    • εισιτήριο ελευθέρας εισόδου στο θέατρο
    • καλύπτω με χαρτί
    • στα χαρτιά
    • ταπετσάρω
    • υποθετικός
    • χαρτοπετσέτα
    • παραδάκι
    • μαλλί
    • Χαρτί
    • εργασία
    • χάρτινο
    • χάρτινη
    • "φύλλο"
    • έγχαρτος

Εικόνες με "Paper"

Φράσεις παρόμοιες με "Paper" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Paper" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη