Μετάφραση του "Parallel" σε Ελληνικά

Οι Παράλληλος, παράλληλος, παράλληλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Parallel" σε Ελληνικά.

Parallel
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παράλληλος

    In parallel the industry will improve its overall financial situation.

    Παράλληλα ο κλάδος παραγωγής θα βελτιώσει την γενική οικονομική του κατάσταση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Parallel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

parallel adjective verb noun adverb γραμματική

Equally distant from one another at all points. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παράλληλος

    adjective noun masculine

    computing: processing multipe tasks at the same time [..]

    It is based on a Commission services' working document adopted in parallel.

    Βασίζεται σε έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που εγκρίθηκε παράλληλα.

  • παράλληλα

    adverb

    With a parallel relationship

    It is based on a Commission services' working document adopted in parallel.

    Βασίζεται σε έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που εγκρίθηκε παράλληλα.

  • παραλληλίζω

    verb

    to compare or liken something to something else

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παράλληλο
    • παραλληλίζομαι
    • ομοιότητα
    • γεωγραφικό πλάτος

Εικόνες με "Parallel"

Φράσεις παρόμοιες με "Parallel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Parallel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη