Μετάφραση του "Partial" σε Ελληνικά

Οι μερικός, μεροληπτικός, τμηματικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Partial" σε Ελληνικά.

Partial

Αυτόματες μεταφράσεις του " Partial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"Partial" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Partial στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

partial adjective noun γραμματική

Existing as a part or portion; incomplete. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μερικός

    adjective masculine

    existing in part

    Hynix claims that the contested regulation should be annulled in its entirety or, in the alternative, partially.

    Η Hynix ζητεί την πλήρη ακύρωση και, επικουρικώς, τη μερική ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.

  • μεροληπτικός

    adjective

    Hey, I see you're still partial to those sunflower seeds.

    Χέϊ, βλέπω ότι είσαι ακόμα μεροληπτικός απέναντι στούς ηλιόσπορους.

  • τμηματικός

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άδικος
    • μέρος γραμμής κώδικα
    • μερικός, επί μέρους
    • σε δόσεις

Φράσεις παρόμοιες με "Partial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Partial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη