Μετάφραση του "Petroleum" σε Ελληνικά
Οι Πετρέλαιο, πετρέλαιο, Πετρέλαιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Petroleum" σε Ελληνικά.
-
Πετρέλαιο
Further information may be obtained by contacting the Ministry of Petroleum and Energy, tel.
Περισσότερες πληροφορίες παρέχονται από το Υπουργείο Πετρελαίου και Ενέργειας, τηλ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Petroleum " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A flammable liquid ranging in color from clear to very dark brown and black, consisting mainly of hydrocarbons, occurring naturally in deposits under earth surface. [..]
-
πετρέλαιο
noun neuterthe flammable liquid mixture of hydrocarbons [..]
Country where the imported petroleum products were refined.
Χώρα διυλίσεως των εισαχθέντων προϊόντων πετρελαίου.
-
Πετρέλαιο
naturally occurring flammable liquid
The import, purchase or transport of Iranian crude oil and petroleum products shall be prohibited.
Απαγορεύεται η εισαγωγή, η αγορά ή η μεταφορά ιρανικού αργού πετρελαίου και πετρελαιοειδών.
Εικόνες με "Petroleum"
Φράσεις παρόμοιες με "Petroleum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Οργανισμός Πετρελαιοεξαγωγικών Κρατών
-
Οργανισμός Πετρελαιοπαραγωγικών Κρατών
-
πετρελαϊκό πεδίο
-
κατανάλωση πετρελαίου
-
Υγραέριο · υγραέριο
-
γεωλογία πετρελαίου · επιστήμη πετρελαίου
-
ορυκτέλαιο
-
παραγωγή πετρελαίου