Μετάφραση του "Pickle" σε Ελληνικά

Οι τουρσί, άλμη, γάρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pickle" σε Ελληνικά.

pickle verb noun γραμματική

A cucumber preserved in a solution, usually a brine or a vinegar syrup. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τουρσί

    noun neuter

    any vegetable preserved in vinegar and consumed as relish

    You might want to try pickles on that sandwich.

    Ίσως θα έπρεπε να βάλεις τουρσί σε αυτό το σάντουιτς.

  • άλμη

    noun feminine

    brine used for preserving food

    The applicants produce and market pickled gherkins in Germany.

    Οι ενάγουσες εταιρίες παράγουν και διαθέτουν στο εμπόριο εντός της Γερμανίας αγγουράκια διατηρημένα σε ξύδι ή άλμη.

  • γάρος

    noun masculine

    brine used for preserving food

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαβολάκι
    • ζιζάνιο
    • πέος
    • κάνω τουρσί
    • παστώνω
    • διατηρώ
    • σαλαμούρα
    • αλατίζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pickle " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Pickle"

Φράσεις παρόμοιες με "Pickle" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ασβεστόνερο
  • βαρέλι για πίκλες
  • είμαι σε δύσκολη θέση
  • τουρσί
  • διατηρημένος σε άλμη · μεθυσμένος · παστωμένος · παστός · σουρωμένος · τουρσί
  • μονάδα επεξεργασίας επιφανειών (οξίνισης)
  • διατηρημένος σε άλμη · μεθυσμένος · παστωμένος · παστός · σουρωμένος · τουρσί
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pickle" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη