Μετάφραση του "Pipe" σε Ελληνικά

Οι Σωλήνας, αγωγός, πίπα, σωλήνας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pipe" σε Ελληνικά.

Pipe
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σωλήνας, αγωγός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pipe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

pipe verb noun γραμματική

A rigid tube that transports water, steam, or other fluid, as used in plumbing and numerous other applications. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίπα

    noun feminine

    smoking tool [..]

    You don't have to smoke a pipe to be trig.

    Δεν χρειάζεται να καπνίζεις πίπα για να είσαι στην τρίχα.

  • σωλήνας

    noun masculine

    hollow tube

    If an extension pipe is used, no air shall be allowed to enter the joint.

    Εάν χρησιμοποιείται ένας επιμηκυντικός σωλήνας, πρέπει να αποφευχθούν οι είσοδοι αέρος στην ένωση.

  • αγωγός

    noun masculine

    hollow tube

    There's a pipe that ruptured at some sort of pumping station.

    Ένας αγωγός έχει διαρροή σ'ένα είδος σταθμού άντλησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • φλάουτο
    • αυλός
    • εκκλησιαστικό
    • τσιμπούκι
    • σωλήνα
    • σωλήνωση
    • καπνοσύριγγα
    • κελάηδημα
    • σωλήν
    • διοχέτευση
    • στριγκλίζω
    • σειρά αυλών εκκλησιαστικού οργάνου

Εικόνες με "Pipe"

Φράσεις παρόμοιες με "Pipe" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pipe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη