Μετάφραση του "Plug" σε Ελληνικά
Οι Βύσμα, ρευματολήπτης, φίς, φις, βύσμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Plug" σε Ελληνικά.
-
Βύσμα, ρευματολήπτης, φίς
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Plug " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(transitive) To stop with a plug; to make tight by stopping a hole. [..]
-
φις
noun neuterRecently, one of my constituents, an enthusiastic supporter of standardisation, contacted me regarding the matter of standardising the plugs for mobile telephone charger units.
Πρόσφατα, ένας ψηφοφόρος μου, ένας ένθερμος υποστηρικτής της τυποποίησης, επικοινώνησε μαζί μου για το θέμα της τυποποίησης των φις για τους φορτιστές κινητών τηλεφώνων.
-
βύσμα
noun neuterAdd a small plug of glass-wool to the top of the resin bed.
Στην άνω επιφάνεια της ρητίνης τοποθετείται μικρό βύσμα από υαλοβάμβακα.
-
πώμα
nounYou just pull the plug, 500 gallons per minute hits the walls.
Mόλις τραβήξεις τo πώμα, χύνoνται 200 λίτρα νερό τo λεπτό.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πρίζα
- τάπα
- μπουζί
- πωματίζω
- ρευματολήπτης
- συνδέω
- ταπώνω
- τοποθετώ
- βούλωμα
- βουλώνω
- αναφλεκτήρας
- φελλός
- παλιάλογο
Εικόνες με "Plug"
Φράσεις παρόμοιες με "Plug" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χωρίς υποστήριξη Τοποθέτησης και Άμεσης Λειτουργίας
-
αναφλεκτήρας · μπουζί · σπινθηριστής
-
μπόουλερ
-
δόμος (βύσμα) άλατος
-
πώμα στομίας
-
προσθήκη Silverlight
-
Βυσματούμενο ηλεκτρικό όχημα
-
συνδέω