Μετάφραση του "Pollution" σε Ελληνικά

Οι Ρύπανση, ρύπανση, μόλυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pollution" σε Ελληνικά.

Pollution
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρύπανση

    Subject: Pollution in the home

    Θέμα: Ρύπανση κατ' οίκον

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pollution " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

pollution noun γραμματική

The act of polluting or the state of being polluted, especially the contamination of the environment by harmful substances. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρύπανση

    noun feminine

    something that pollutes; pollutant [..]

    A typical example of a negative externality is environmental pollution.

    Χαρακτηριστικό παράδειγμα αρνητικής εξωτερικότητας είναι η ρύπανση του περιβάλλοντος.

  • μόλυνση

    noun feminine

    the contamination of the environment by harmful substances

    Because of the blockade, environmental pollution is rife to an alarming degree.

    Λόγω του αποκλεισμού, η μόλυνση του περιβάλλοντος έχει επεκταθεί σε ανησυχητικό βαθμό.

  • ρυπανση

    Will you explain what is meant by " racial pollution "?

    Μπορειτε να εξηγησετε τι σημαίνει " φυλετική ρυπανση ";

  • βεβήλωση

    noun feminine

Φράσεις παρόμοιες με "Pollution" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pollution" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη