Μετάφραση του "Pool" σε Ελληνικά
Οι Ταμιευτήρας, δεξαμενή, πισίνα, δεξαμενή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pool" σε Ελληνικά.
-
Ταμιευτήρας, δεξαμενή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Pool " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A small and rather deep collection of (usually) fresh water, as one supplied by a spring, or occurring in the course of a stream; a reservoir for water; as, the pools of Solomon --Wyclif [..]
-
πισίνα
noun femininebody of water
Tom went to the swimming pool.
Ο Τομ πήγε στην πισίνα.
-
δεξαμενή
noun feminineA small, natural body of standing water, usually fresh; e.g. a stagnant body of water in a marsh, or a still body of water within a cave.
The enforced separation limited your gene pool and weakened both races.
Ο βεβιασμένος διαχωρισμός περιόρισε τη δεξαμενή των γονιδίων σας και αδυνάτισε και τις δύο φυλές.
-
κοινοπραξία
nounA small, natural body of standing water, usually fresh; e.g. a stagnant body of water in a marsh, or a still body of water within a cave.
Experts should be independent from the undertakings that have formed the pool.
Οι εμπειρογνώμονες θα πρέπει να είναι ανεξάρτητοι από τις επιχειρήσεις που έχουν συστήσει την κοινοπραξία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μπιλιάρδο
- λιμνούλα
- όμιλος
- κολυμβητήριο
- λίμνη υγρού
- λεκάνη
- κοινό ταμείο
- συνεργασία
- απόθεμα
- μπολ
- αβυσσος
- λακούβα
- λούμπα
- στέρνα
Εικόνες με "Pool"
Φράσεις παρόμοιες με "Pool" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συγκέντρωση αντικειμένων
-
Παράλληλη, προσανατολισμένη στο αντικείμενο γλώσσα προγραμματισμού
-
Πισίνα · κολυμβητήριο · πισίνα
-
an arrangement between people to make a regular journey in a single vehicle, typically with each person taking turns to drive the others ... μοιραζομαι οδηγηση
-
χώρος συγκέντρωσης διευθύνσεων
-
χώρος συγκέντρωσης εφαρμογών
-
ναυαγοσώστης
-
τεχνητή λίμνη