Μετάφραση του "Portuguese" σε Ελληνικά
Οι Πορτογαλικά, πορτογαλικός, Πορτογάλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Portuguese" σε Ελληνικά.
Of or pertaining to the region of Portugal. [..]
-
Πορτογαλικά
You're going to speak Portuguese fluently!
Εσύ θα μάθεις να μιλάς άπταιστα τα Πορτογαλικά!
-
πορτογαλικός
adjective masculineof or relating to the region of Portugal
The requirements for access to the building industry, as laid down in the Portuguese legislation, are establishment requirements.
Οι προϋποθέσεις εισόδου στον οικοδομικό κλάδο, τις οποίες ορίζει ο πορτογαλικός νόμος, είναι προϋποθέσεις εγκαταστάσεως.
-
Πορτογάλος
noun masculineperson native to Portugal
She was accompanied by her husband, also a Portuguese national.
Μαζί της ήρθε και ο σύζυγός της, ο οποίος είναι επίσης Πορτογάλος υπήκοος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πορτογαλικά
- Πορτογαλίδα
- Πορτογαλέζα
- πορτογάλος
- Πορτογαλέζος
- Πορτογαλική γλώσσα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Portuguese " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
πορτογαλικά
proper neuterYou're going to speak Portuguese fluently!
Εσύ θα μάθεις να μιλάς άπταιστα τα Πορτογαλικά!
Φράσεις παρόμοιες με "Portuguese" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Δημοκρατία της Πορτογαλίας · Πορτογαλία
-
βραζιλιάνικα
-
Πορτογαλική Βικιπαίδεια
-
πορτογαλική γλώσσα
-
Πορτογαλικά · Πορτογαλική γλώσσα · πορτογαλικά · πορτογαλική γλώσσα
-
Πορτογάλοι βασιλείς
-
Πορτογαλόφωνη Aφρική