Μετάφραση του "Precipitation" σε Ελληνικά
Οι Καθίζηση, συμπύκνωση, Υετος ... cold particles circulating in the air, συμπύκνωση, καθίζηση ... υετος ... cold particles circulating in the air είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Precipitation" σε Ελληνικά.
-
Καθίζηση, συμπύκνωση
-
Υετος ... cold particles circulating in the air
-
συμπύκνωση, καθίζηση ... υετος ... cold particles circulating in the air
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Precipitation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A hurried headlong fall. [..]
-
καθίζηση
The process of producing a separable solid phase within a liquid medium; represents the formation of a new condensed phase, such as a vapour or gas condensing to liquid droplets; a new solid phase gradually precipitates within a solid alloy as a result of slow, inner chemical reaction; in analytical chemistry, precipitation is used to separate a solid phase in an aqueous solution.(Source: MGH)
The addition of methanol should not cause precipitation.
Η προσθήκη μεθανόλης δεν θα πρέπει να προκαλεί καθίζηση.
-
βροχή
noun feminineShould be able to create a curative precipitation to blanket the city.
Θα δημιουργήσουμε μία ιαντική βροχή που θα καλύψει τη πόλη.
-
υετός
nountake into account prevailing climatic conditions (e.g. wind and precipitation);
να λαμβάνονται υπόψη οι επικρατούσες κλιματικές συνθήκες (π.χ. άνεμος και υετός),
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πτώση
- ατμοσφαιρική κατακρήμνιση
- βιασύνη
- κατακρήμνιση
- Υετός
- Καταβύθιση (χημεία)
Εικόνες με "Precipitation"
Φράσεις παρόμοιες με "Precipitation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ωκυτόκος
-
Αποτομως ... κατακορυφα (κυριολεκτικα) ... απερισκεπτα, βιαστικα · αποτόμως
-
· ίζημα · απερίσκεπτος · απόκρημνος · βιαστικός · γκρεμίζω · εντείνω · επιδρώ καθοριστικά σε κτ · επισπεύδω · επιταχύνω · εσπευσμένος · καθίζημα · καθιζάνω · κατακαθίζω · κατακρημνίζω · λειτουργώ καταλυτικά (για κτ) · λειτουργώ ως καταλύτης για κτ · πέφτω · παίζω καταλυτικό ρόλο (για κτ) · ταχύς · υγροποιώ
-
εσπευσμένος
-
απόκρημνος · απότομος · κάθετος · κατακόρυφος · ξαφνικός
-
ατμοσφαιρική κατακρήμνιση
-
σπουδή
-
εξασθένηση από συμπυκνώματα