Μετάφραση του "Premise" σε Ελληνικά

Οι Προϋπόθεση, υπόθεση, προϋπόθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Premise" σε Ελληνικά.

Premise
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προϋπόθεση

    It could be held that the Commission’s plea is based on an incorrect premise.

    Είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι ο λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η Επιτροπή στηρίζεται σε μια εσφαλμένη προϋπόθεση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Premise " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

premise verb noun γραμματική

A proposition antecedently supposed or proved; something previously stated or assumed as the basis of further argument; a condition; a supposition. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπόθεση

    noun feminine

    proposition antecedently supposed or proved

    Since that premise has proved unfounded, that first submission must be dismissed.

    Δεδομένου ότι η εν λόγω υπόθεση αποδείχθηκε αβάσιμη ο πρώτος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί.

  • προϋπόθεση

    noun

    It could be held that the Commission’s plea is based on an incorrect premise.

    Είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι ο λόγος αναιρέσεως που προέβαλε η Επιτροπή στηρίζεται σε μια εσφαλμένη προϋπόθεση.

  • πρόταση

    noun feminine

    I concur with the first premise but not with the second.

    Μπορώ να δεχθώ την πρώτη προκείμενη πρόταση συλλογισμού, όχι όμως τη δεύτερη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προϋποθέτω
    • πρόλογος
    • όρος
    • παρουσιάζω

Φράσεις παρόμοιες με "Premise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Premise" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη