Μετάφραση του "Preventive" σε Ελληνικά

Οι Προληπτικός, προληπτικός, επιβάρυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Preventive" σε Ελληνικά.

Preventive
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προληπτικός

    Preventive mechanisms also exist at the level of the Commission in its role of supervising body.

    Προληπτικοί μηχανισμοί υφίστανται επίσης στο επίπεδο της Επιτροπής στο πλαίσιο του ρόλου της ως εποπτικού φορέα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Preventive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

preventive adjective noun γραμματική

Preventing, hindering, or acting as an obstacle to. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προληπτικός

    adjective

    που προλαμβάνει

    When used preventively, it saves the state and the economy a great deal of money.

    Όταν εφαρμόζεται προληπτικά εξοικονομεί πάρα πολλά χρήματα προς όφελος του κράτους και της οικονομίας.

  • επιβάρυνση

    noun

    In this way, we prevent the individual European taxpayers from being faced with too heavy a burden.

    Κατά αυτό τον τρόπο, προλαμβάνουμε την επιβάρυνση των επιμέρους ευρωπαίων φορολογούμενων με υψηλά βάρη.

  • εμπόδιο

    noun neuter

    At the time, various obstacles prevented general implementation, and these persist to this day.

    Τότε, αλλά ακόμα και σήμερα, διαφόρου φύσεως εμπόδια δεν επέτρεψαν μια γενική εφαρμογή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κωλισιεργία
    • κώλυμα
    • μέσο αντισύλληψης

Φράσεις παρόμοιες με "Preventive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Preventive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη