Μετάφραση του "Primal" σε Ελληνικά

Οι πρωτογενής, αρχικός, αρχέγονος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Primal" σε Ελληνικά.

primal adjective γραμματική

Being the first in time, or history. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρωτογενής

    Okay, but maybe going primal is the only way to stop him.

    Εντάξει, αλλά ίσως πρόκειται πρωτογενής είναι ο μόνος τρόπος για να τον σταματήσει.

  • αρχικός

    adjective masculine
  • αρχέγονος

    adjective

    a primal fear that I would fall prey

    ένας αρχέγονος φόβος, ότι θα ήμουν το θύμα

  • πρώτος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Primal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Primal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη