Μετάφραση του "Probability" σε Ελληνικά

Οι Πιθανότητα, πιθανότητα, πιθανότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Probability" σε Ελληνικά.

Probability
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πιθανότητα

    The use of probabilities is an essential element of the expected cash flow approach.

    Η χρήση των πιθανοτήτων αποτελεί βασικό στοιχείο της προσέγγισης των αναμενόμενων ταμιακών ροών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Probability " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

probability noun γραμματική

the state of being probable; likelihood [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιθανότητα

    noun feminine

    mathematical probability [..]

    The use of probabilities is an essential element of the expected cash flow approach.

    Η χρήση των πιθανοτήτων αποτελεί βασικό στοιχείο της προσέγγισης των αναμενόμενων ταμιακών ροών.

  • πιθανότης

    The use of probabilities is an essential element of the expected cash flow approach.

    Η χρήση των πιθανοτήτων αποτελεί βασικό στοιχείο της προσέγγισης των αναμενόμενων ταμιακών ροών.

  • δυνατότητα

    noun

    The likelihood of something happening. For example, sale being made.

    Their participation will also strengthen the probability of mainstreaming the results.

    Επίσης η συμμετοχή τους θα ενισχύσει τη δυνατότητα για ένταξη των αποτελεσμάτων στον κορμό των δραστηριοτήτων τους.

  • πιθανόν

    adverb

    Tom is probably really tired.

    Ο Τομ είναι πιθανότατα πολύ κουρασμένος.

Φράσεις παρόμοιες με "Probability" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Probability" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη