Μετάφραση του "Proof" σε Ελληνικά

Οι Προστατεύω, καλύπτω, απόδειξη, δοκιμασία, απόδειξη, πειστήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Proof" σε Ελληνικά.

Proof
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Προστατεύω, καλύπτω, απόδειξη, δοκιμασία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Proof " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

proof adjective verb noun γραμματική

Any effort, process, or operation designed to establish or discover a fact or truth; an act of testing; a test; a trial. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόδειξη

    noun feminine

    any effort, process, or operation designed to establish or discover a fact or truth

    It is quite obvious that this is some proof of what we can do.

    Είναι οφθαλμοφανές ότι αυτό αποτελεί απόδειξη των όσων μπορούμε να κάνουμε.

  • πειστήριο

    noun neuter

    I offer this information I have gathered as proof.

    Προσφέρω αυτή την πληροφορία που συνέλεξα ως πειστήριο.

  • έλεγχος

    noun masculine

    (18) Consideration of that issue also formed part of the preliminary issue concerning proof of genuine use.

    Ο έλεγχος αυτός εντασσόταν επίσης στο προκαταρκτικό ζήτημα της αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δοκιμασία
    • δοκίμιο
    • τεκμήριο
    • δοκιμή
    • ασφαλής
    • βάσανος
    • αποδεικτικό στοιχείο
    • αδιαπέραστος
    • βαθμός περιεκτικότητας

Φράσεις παρόμοιες με "Proof" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Proof" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη