Μετάφραση του "Property" σε Ελληνικά

Οι Ιδιότητα, ιδιοκτησία, ιδιοκτησία, ιδιότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Property" σε Ελληνικά.

Property
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ιδιότητα, ιδιοκτησία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Property " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

property verb noun γραμματική

Something that is owned. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτησία

    noun feminine

    something owned [..]

    These kids have no respect for property or authority.

    Αυτά τα παιδιά δεν έχουν κανένα σεβασμό για την ιδιοκτησία ή την εξουσία.

  • ιδιότητα

    noun feminine

    attribute or abstract quality associated with an object, individual or concept [..]

    This blood contains a unique property that prevents coagulation completely.

    Αυτό το αίμα έχει μια ιδιότητα που εμποδίζει τελείως την πήξη.

  • κτήμα

    noun neuter

    piece of real estate [..]

    We found his symbol in a shack on the property.

    Βρήκαμε το σύμβολό του σε μια αποθήκη στο κτήμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιουσία
    • χαρακτηριστικό
    • τοποθεσία
    • αγαθά
    • κυριότητα
    • κυριότης
    • οικόπεδο
    • υπάρχοντα
    • μίσθιο
    • ακίνητη περιουσία
    • ακίνητο, ακίνητα
    • μέσα

Φράσεις παρόμοιες με "Property" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Property" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη