Μετάφραση του "Proprietary" σε Ελληνικά

Οι Αποκλειστικός, ιδιοκτησία, ιδιοκτησιακός, ιδιοκτήτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Proprietary" σε Ελληνικά.

Proprietary
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποκλειστικός, ιδιοκτησία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Proprietary " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

proprietary adjective noun γραμματική

Of or relating to property or ownership, as proprietary rights. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ιδιοκτησιακός

    masculine

    relating to property or ownership

  • ιδιοκτήτης

    noun masculine

    Maybe I'm just not feeling proprietary these days.

    Ίσως δεν τη βλέπω ιδιοκτήτης πια.

  • ιδιόκτητος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκλειστικός
    • κατοχυρωμένος
    • αποκλειστικής εκμετάλλευσης

Φράσεις παρόμοιες με "Proprietary" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Proprietary" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη