Μετάφραση του "Prosecutor" σε Ελληνικά
Οι Εισαγγελέας, κατήγορος, εισαγγελέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Prosecutor" σε Ελληνικά.
-
Εισαγγελέας
Former Prosecutor General, former Member of the Upper Chamber of the Parliament.
Πρώην Γενικός Εισαγγελέας, πρώην Μέλος της Άνω Βουλής.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Prosecutor " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A lawyer who decides whether to charge a person with a crime and tries to prove in court that the person is guilty. [..]
-
κατήγορος
noun masculinea person instituting criminal prosecution [..]
The Spanish prosecutor has presented new evidence, and filed for a retrial.
Ο Ισπανός κατήγορος παρουσίασε νέα αποδεικτικά και ζήτησε επανεκδίκαση.
-
εισαγγελέας
nounsupreme representative of the prosecution (of the state)
Sent the moment the prosecutor released her from custody.
Την έστειλε όταν ο εισαγγελέας την άφησε ελεύθερη.
-
εισαγγελική αρχή
nounThe public prosecutor may decide to terminate the proceedings or to change the charges.
Η εισαγγελική αρχή μπορεί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη ή να τροποποιήσει το κατηγορητήριο.
Φράσεις παρόμοιες με "Prosecutor" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εισαγγελική αρχή
-
εισαγγελία
-
ειδικός ανακριτής
-
εισαγγελέας · κατήγορος