Μετάφραση του "Prove" σε Ελληνικά
Οι Αποδεικνύω, επιβεβαιώνω, επαληθεύω, αποδεικνύω, δοκιμάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Prove" σε Ελληνικά.
Prove
-
Αποδεικνύω, επιβεβαιώνω, επαληθεύω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Prove " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
prove
Verb
verb
γραμματική
(transitive) To demonstrate that something is true or viable; to give proof for. [..]
-
αποδεικνύω
verbto demonstrate that something is true; to give proof for
An attorney's job is proving that his client is innocent.
Η δουλειά ενός δικηγόρου είναι να αποδείξει ότι ο πελάτης του είναι αθώος.
-
δοκιμάζω
verbPartnerships must always be implemented and prove their worth in concrete contexts.
Οι συμπράξεις πρέπει πάντα να υλοποιούνται και να δοκιμάζονται σε συγκεκριμένο περιβάλλον.
-
αποδεικνύομαι
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποκαλύπτω
- μαρτυρώ
- αποδείχνω
- ανεβαίνω
- εξετάζω
- αποτελώ απόδειξη
- βεβαιώνω ενόρκως
- διατρανώνω
- χρησιμεύω σαν απόδειξη
Φράσεις παρόμοιες με "Prove" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποδεικνύομαι σωστός · δικαιώνω, -ομαι · επαληθεύω, -ομαι
-
αποδεικνύω
-
αποδεικνύεται αληθές · αποδεικνύομαι αληθινός
-
δοκιμασμένος και αποδεδειγμένος
-
απόδειξη θεωρημάτων
-
με αποδεδειγμένο...
-
θέλει να αποδείξει κάτι
-
καταδικάζω κπ · κρίνω κπ ένοχο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη