Μετάφραση του "Pull" σε Ελληνικά

Οι Έλκω, τραβώ, τραβώ, έλκω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pull" σε Ελληνικά.

Pull
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Έλκω, τραβώ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Pull " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

pull interjection verb noun γραμματική

(transitive) to apply a force to (an object) so that it comes toward the person or thing applying the force [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τραβώ

    verb

    Ασκώ μια δύναμη (σε ένα αντικείμενο) έτσι ώστε να κινείται προς την αφετηρία αυτής της δύναμης.

    You don't look like the type to pull a weapon.

    Δεν δείχνεις για τον τύπο που θα τραβούσε όπλο.

  • έλκω

    verb

    To deliver data to a client only upon client request. [..]

  • έλξη

    noun feminine

    If we try to navigate out... the pull of our own graviton wake could set the thing off.

    Av αποπειραθούμε vα ελιχθούμε η έλξη του δικού μας βαρυτοvικού βάρους μπορεί vα τηv εvεργοποιήσει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύρω
    • ελκύω
    • αποσπώ
    • σέρνω
    • τράβηγμα
    • βγάζω
    • κλέβω
    • ληστεύω
    • μαδάω
    • επιρροή
    • κάνω
    • αποσύρω
    • ανασύρω
    • αφαιρέστε
    • μαζεύω
    • προσελκύω
    • διαπράττω
    • παρατεντώνω
    • παρατραβάω
    • ρυμουλκώ

Εικόνες με "Pull"

Φράσεις παρόμοιες με "Pull" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Pull" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη