Μετάφραση του "Push" σε Ελληνικά

Οι Ωθώ, σπρώχνω, σπρώχνω, πιέζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Push" σε Ελληνικά.

Push
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ωθώ, σπρώχνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Push " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

push verb noun γραμματική

(computing) The addition of a data item to the top of a stack. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σπρώχνω

    verb

    transitive: apply a force to (an object) so that it moves away

    I grab him and push him, hard, so he falls down the stairs.

    Τον αρπάζω και τον σπρώχνω απότομα, και πέφτει από τις σκάλες.

  • πιέζω

    verb

    Well, not if you keep pushing to get this journal.

    Όχι, αν συνεχίζεις να πιέζεις για να πάρεις αυτό το ημερολόγιο.

  • προωθώ

    verb

    Even so, where there is scope for convergence, this harmonisation of the law should be pushed forward.

    Έστω όμως, εκεί που υπάρχουν περιθώρια σύγκλισης πρέπει αυτή η εξομοίωση του δικαίου να προωθηθεί.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ωθώ
    • ώθηση
    • σπρώξιμο
    • πατώ
    • σκουντώ
    • τσιλλώ
    • σπρωξιά
    • κουντώ
    • πίεση
    • προώθηση
    • πιέστε
    • απόλυση από εργασία
    • κουμπί
    • προέλαση
    • ωθήστε
    • πλησιάζω
    • επιδίωξη
    • τσουλάω
    • ζορίζω
    • αγωνίζομαι
    • εξαναγκασμός
    • υποστήριξη
    • εκστρατεία
    • αγώνας
    • εφόρμηση
    • σπρόχνω
    • έντονη προσπάθεια
    • καλλιεργώ
    • κοντεύω τα (ηλικία)
    • μέτρα
    • μετακινώ βίαια
    • προσπαθώ παντί σθένει

Εικόνες με "Push"

Φράσεις παρόμοιες με "Push" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Push" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη