Μετάφραση του "Queen" σε Ελληνικά

Οι βασίλισσα, ντάμα, πούστης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Queen" σε Ελληνικά.

Queen proper

A title given to queens. [..]

Αυτόματες μεταφράσεις του " Queen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"Queen" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Queen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

queen verb noun γραμματική

A female monarch. Example: Queen Victoria [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βασίλισσα

    noun masculine feminine

    wife of a king [..]

    I remember I saw the queen.

    Θυμάμαι που είδα τη βασίλισσα.

  • ντάμα

    noun feminine

    playing card [..]

    This is the queen he played me with the day we met.

    Με αυτή την ντάμα παίξαμε τη μέρα που συναντηθήκαμε.

  • πούστης

    noun masculine

    slang: male homosexual

    with a name like that, you gotta be a queen, right?

    Με τέτοιο όνομα, πώς να μην είναι πούστης, ε;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ομοφυλόφιλος
    • ρήγαινα
    • ρήγισσα
    • γεροπούστης
    • γηραιός
    • κίναιδος
    • θεά
    • αυτοκράτειρα
    • αδελφή
    • μεγάλη κυρία

Εικόνες με "Queen"

Φράσεις παρόμοιες με "Queen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • χόρτο Queen’s lagerstroemia
  • η κακιά βασίλισσα
  • drag queen · τραβεστί · τραβεστί ηθοποιός
  • η βασίλισσα [+Γεν.] · η θεά [+Γεν.] · η μεγάλη κυρία [+Γεν.] · η ντίβα [+Γεν.] · το ιερό τέρας [+Γεν.]
  • βασίλισσα · κυβερνώσα βασίλισσα
  • βασιλομήτωρ
  • κρυόκωλη
  • νικήτρια καλλιστείων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Queen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη