Μετάφραση του "R.V." σε Ελληνικά

Το τροχόσπιτο είναι η μετάφραση του "R.V." σε Ελληνικά.

R.V. noun

a motorized wheeled vehicle used for camping or other recreational activities

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τροχόσπιτο

    noun

    It's always been our dream to retire and travel this great country in an R.V.

    Ήταν πάντα όνειρο μας όταν πάρουμε σύνταξη να ταξιδέψουμε στην χώρα με ενα τροχόσπιτο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " R.V. " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "R.V." σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη