Μετάφραση του "ROOT" σε Ελληνικά

Οι ρίζα, ρίζωμα, θέμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ROOT" σε Ελληνικά.

root verb noun γραμματική

The part of a plant, generally underground, that absorbs water and nutrients. thumb|Some roots (2) [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρίζα

    noun feminine

    linguistic morphology: primary lexical unit of a word [..]

    It's a blend of kava root and turtle beak.

    Είναι μείγμα από ρίζα κάβας και ράμφος χελώνας.

  • ρίζωμα

    noun neuter

    The absorbing and anchoring organ of a vascular plant; it bears neither leaves nor flowers and is usually subterranean.

    The plants are then watered copiously to promote good root formation.

    Αφού ολοκληρωθεί η μεταφύτευση, το έδαφος θα ποτίζεται με αφθονία ώστε να διασφαλισθεί το σωστό ρίζωμα των φυτών.

  • θέμα

    noun neuter

    base )

    That's the thing about roots, isn't it, sir?

    Και αυτό είναι το θέμα με τις ρίζες, έτσι δεν είναι, κύριε;

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάση
    • Ρίζα
    • αφετηρία
    • ριζώνω
    • βλασταίνω
    • βολβός
    • επευφημώ
    • καθιερώνομαι
    • τετραγωνική ρίζα
    • ψάχνω
    • ψαχουλεύω
    • κάθομαι
    • ριζοβολώ
    • πρόγονος
    • σηψιρριζία
    • πόδι
    • νιοστή ρίζα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ROOT " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Root proper

A surname. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρίζα

    Such fear is most often rooted in ignorance.

    Ρίζα αυτού του φόβου τις περισσότερες φορές είναι η άγνοια.

Εικόνες με "ROOT"

Φράσεις παρόμοιες με "ROOT" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ROOT" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη