Μετάφραση του "Radical" σε Ελληνικά
Οι ριζική, Ριζικός, ρίζα, ριζοσπαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Radical" σε Ελληνικά.
-
ριζική
We await, now and in the future, the political reasons for this radical change of direction.
Αναμένουμε, τώρα και στο μέλλον, τους πολιτικούς λόγους για αυτή τη ριζική αλλαγή κατεύθυνσης.
-
Ριζικός, ρίζα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Radical " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(botany, not comparable) Of or pertaining to a root (of a plant). [..]
-
ριζοσπαστικός
adjective masculinefavouring fundamental change
I was already quite radicalized, but I couldn't believe the fact that people accepted what was going on.
Ήμουν ήδη αρκετά ριζοσπαστικός αλλά δε μπορούσα να πιστέψω το γεγονός πως οι άνθρωποι αποδέχονταν αυτό που συνέβαινε.
-
ριζοσπάστης
noun masculineperson with radical opinions
Congressman, my son is much too wishy-washy to be a radical.
Γερουσιαστά, ο γιός μου είναι πολύ επιπόλαιος γιά να είνα ριζοσπάστης.
-
ρίζα
noun femininebase ) [..]
Negative B plus or minus radical B squared minus 4AC over 2A.
Μείον Β συν-πλην την τετραγωνική ρίζα του Β μείον 4ΑC εις την 2Α.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δραστικός
- ριζικός
- ομάδα
- θέμα
- ολοσχερής
- αντιεξουσιαστής
- αριστερός
- βάση
- Χημική ρίζα
- εκ θεμελίων
- προβοκάτορας
- χημική ρίζα
Φράσεις παρόμοιες με "Radical" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ισλαμικός εξτρεμισμός · ισλαμικός ριζοσπαστισμός
-
ριζοσπαστικοποίηση
-
σύμβολο ρίζας
-
Μεθυλένιο (ένωση) · μεθυλένιο
-
ριζοσπάστης φοιτητής
-
επιρροή ακραίων (στοιχείων) · επιρροή τών ριζοσπαστών
-
ριζοσπαστική καινοτομία
-
ισλαμικός εξτρεμιστής · ριζοσπάστης ισλαμιστής