Μετάφραση του "Reach" σε Ελληνικά

Οι Φθάνω, πιάνω, φτάνω, φθάνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reach" σε Ελληνικά.

Reach
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Φθάνω, πιάνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Reach " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

reach verb noun γραμματική

To extend; to stretch; to thrust out; to put forth, as a limb, a member, something held, or the like. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φτάνω

    verb

    to arrive at by effort [..]

    Melanie reached the next level on the game.

    Η Μέλανη έφτασε το επόμενο επίπεδο στο παιχνίδι.

  • φθάνω

    verb

    I can't reach the transom.

    Δεν μπορώ να φθάσω το ανώφλιο.

  • έκταση

    noun feminine

    The reach and significance are clearly demonstrated in the table below.

    Η έκταση και η σημασία τους φαίνονται σαφώς στον κατωτέρω πίνακα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βεληνεκές
    • αγγίζω
    • προσεγγίζω
    • πετυχαίνω
    • όριο
    • εκτείνω
    • ακτίνα
    • πιάνω
    • δίνω
    • φάσμα
    • τέντωμα
    • κατορθώνω
    • εκτείνομαι
    • έχω απήχηση σε
    • επικοινωνώ με
    • καταλήγω σε
    • σφαίρα
    • φτάνω μέχρι
    • φτάνω σε
REACH Acronym

Registration, Evaluation and Authorisation of Chemicals

+ Προσθήκη

"REACH" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το REACH στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Reach" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανάντη · ανώτερα επίπεδα · ανώτερα στρώματα · ανώτερη βαθμίδα
  • ανάγομαι σε
  • έχω μεγάλες επιδιώξεις · θέτω υψηλούς στόχους · στοχεύω ψηλά · το βάζω σκοπό · ψηλά τα χέρια
  • δεν θα 'λεγα ότι · θα ήταν υπερβολή να
  • ανυπολόγιστος · εκτεταμένος · με μεγάλες προεκτάσεις · μεγάλης εμβέλειας · σαρωτικός · σημαδιακός · σοβαρός
  • καταλήγω σε συμβιβασμό
  • βγάζω, φτάνω σε συμπέρασμα
  • προσιτός · πρόχειρος · σε βολικό μέρος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Reach" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη