Μετάφραση του "Reason" σε Ελληνικά

Οι Λόγος, αιτία, λόγος, αιτία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reason" σε Ελληνικά.

Reason
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λόγος, αιτία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Reason " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

reason verb noun γραμματική

a cause: [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λόγος

    noun masculine

    (the capacity of the human mind for) rational thinking [..]

    She didn't come to the party, but nobody knows the reason.

    Δεν ήρθε στο πάρτι, αλλά κανείς δεν ξέρει τον λόγο.

  • αιτία

    noun feminine

    Surely, the harvest gives good reason to rejoice.

    Σίγουρα, ο θερισμός δίνει βάσιμη αιτία για χαρά.

  • συμπεραίνω

    verb

    to carry on a process of deduction or of induction [..]

    For those reasons, the Commission concludes that the theoretical knowledge requirements are equivalent in the two Member States.

    Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι οι απαιτήσεις θεωρητικών γνώσεων είναι ισοδύναμες στα δύο κράτη μέλη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λογική
    • δικαιολογία
    • αίτιο
    • κρίνω
    • συζητώ
    • αναλογία
    • μυαλό
    • διάνοια
    • νους
    • σκέφτομαι
    • νόηση
    • επιχειρηματολογώ
    • λογική σκέψη
    • λογικό
    • ορθός λόγος
    • συζητώ λογικά
    • συνεννοούμαι (με κπ)

Φράσεις παρόμοιες με "Reason" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Reason" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη