Μετάφραση του "Receipt" σε Ελληνικά

Οι Απόδειξη, παραλαβή, λήψη, αποδοχή, απόδειξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Receipt" σε Ελληνικά.

Receipt
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απόδειξη, παραλαβή, λήψη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Receipt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

receipt verb noun γραμματική

The act of receiving, or the fact of having been received [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδοχή

    noun feminine

    act of receiving

    You should be aware that to take receipt of stolen property is an offence in law.

    Θα πρέπει να ξέρετε ότι η αποδοχή κλοπιμαίων διώκεται από το νόμο.

  • απόδειξη

    noun feminine

    αποδεικτικό χαρτάκι

    Please give me a receipt.

    Σε παρακαλώ, δώσε μου μια απόδειξη.

  • λήψη

    noun

    It is sent once after receipt of a ‘channel free’ telegram

    Αποστέλλεται μια φορά μετά τη λήψη τηλεγραφήματος «ελεύθερο κανάλι».

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραλαβή
    • απόδειξη είσπραξης
    • δίνω απόδειξη εξόφλησης
    • μερισματαπόδειξη
    • είσπραξη
    • απόδειξη εξόφλησης

Εικόνες με "Receipt"

Φράσεις παρόμοιες με "Receipt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Receipt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη