Μετάφραση του "Rechargeable" σε Ελληνικά
Οι Επαναφορτιζόμενος, επαναφορτιζόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rechargeable" σε Ελληνικά.
Rechargeable
-
Επαναφορτιζόμενος
Rechargeable lithium-ion polymer battery with:
Επαναφορτιζόμενος συσσωρευτής πολυμερών ιόντων λιθίου με:
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Rechargeable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
rechargeable
noun
adjective
γραμματική
able to be recharged, especially of a battery that can be recharged from mains electricity via a charger [..]
-
επαναφορτιζόμενος
adjective masculineThe source of power for the AS shall either be the vehicle battery or a rechargeable battery.
Η πηγή ισχύος του ΣΣΟ μπορεί να είναι είτε ο συσσωρευτής του οχήματος είτε ένας επαναφορτιζόμενος συσσωρευτής.
Φράσεις παρόμοιες με "Rechargeable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επανοπλίζω · φουλάρω
-
επαναφορτιζόμενες μπαταρίες · επαναφορτιζόμενη μπαταρία
-
επανοπλίζω · φουλάρω
-
επανοπλίζω · φουλάρω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη