Μετάφραση του "Recovery" σε Ελληνικά

Οι Αποκατάσταση, ανάκτηση, ανάκαμψη, αποκατάσταση, ανάρρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Recovery" σε Ελληνικά.

Recovery
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποκατάσταση, ανάκτηση, ανάκαμψη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Recovery " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

recovery noun γραμματική

The act or process of regaining or repossession of something lost. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποκατάσταση

    noun feminine

    It is not clear what positive aspects this measure possesses in relation to stock recovery.

    Δεν καθίστανται σαφείς οι θετικές πτυχές αυτού του μέτρου όσον αφορά την αποκατάσταση των αποθεμάτων.

  • ανάρρωση

    noun feminine

    And the quality of sleep is degraded, and so is our recovery.

    Η ποιότητα του ύπνου φθίνει, το ίδιο και η ανάρρωση.

  • ανάκτηση

    noun

    Thirdly, the recovery of rare earths from recycling.

    Τρίτον, η ανάκτηση σπάνιων γαιών από την ανακύκλωση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επανάκτηση
    • ανάκαμψη
    • αποζημίωση
    • επαναφορά
    • μετατροπή άχρηστων υλών (απορριμμάτων, κλπ.) σε χρήσιμες ύλες
    • ανάνηψη
    • ανόρθωση
    • επανεύρεση

Φράσεις παρόμοιες με "Recovery" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Recovery" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη