Μετάφραση του "Regulation" σε Ελληνικά

Οι Σταθεροποίηση, ρύθμιση, κανονισμός, κανονισμός, ρύθμιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Regulation" σε Ελληνικά.

Regulation
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σταθεροποίηση, ρύθμιση, κανονισμός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Regulation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

regulation adjective noun γραμματική

(uncountable) The act of regulating or the condition of being regulated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κανονισμός

    noun masculine

    EU: self-effecting legislative act [..]

    The new rural development regulation foresees strategic monitoring of the Community and national strategies.

    Ο νέος κανονισμός για την αγροτική ανάπτυξη προβλέπει στρατηγική παρακολούθηση της κοινοτικής και των εθνικών στρατηγικών.

  • ρύθμιση

    noun feminine

    act or condition [..]

    The framework provides for the progressive removal of regulation as and when competition becomes effective.

    Το πλαίσιο προβλέπει σταδιακή άρση των κανονιστικών ρυθμίσεων αφότου εδραιωθεί ο ανταγωνισμός.

  • κυβέρνηση

    noun feminine

    Finally, the practical implementation of these programmes is regulated by measures enacted by the GOT.

    Τέλος, η πρακτική εφαρμογή αυτών των προγραμμάτων ρυθμίζεται από μέτρα που έθεσε σε εφαρμογή η κυβέρνηση της Ταϊβάν.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διάταξη
    • απόφαση
    • διακανονισμός
    • ρεγουλάρισμα
    • επιβολή περιορισμών

Εικόνες με "Regulation"

Φράσεις παρόμοιες με "Regulation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Regulation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη