Μετάφραση του "Reinforce" σε Ελληνικά
Οι Ενισχύω, ενδυναμώνω, ενισχύω, ενδυναμώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reinforce" σε Ελληνικά.
Reinforce
-
Ενισχύω, ενδυναμώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Reinforce " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
reinforce
verb
γραμματική
(transitive) To strengthen, especially by addition or augmentation. [..]
-
ενισχύω
verbto strengthen by addition
Security of contents of checked baggage against theft needs to be reinforced.
Η ασφάλεια του περιεχομένου των παραδιδόμενων αποσκευών απέναντι στον κίνδυνο κλοπής πρέπει να ενισχυθεί.
-
ενδυναμώνω
verbMy memory's lack of recall just reinforces how little i knew about him.
Η έλλειψη ανακάλεσης στη μνήμη μου απλά ενδυναμώνει το πόσα λίγα ήξερα γι αυτόν.
-
καλλιεργώ
Verb
Φράσεις παρόμοιες με "Reinforce" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενισχυμένος
-
ενίσχυση · ενίσχυση, υποστήριξη, οπλισμός · ενισχύσεις
-
Αγωγός αλουμινίου, ενισχυμένος με χάλυβα
-
Πλαστικό ενισχυμένο με ανθρακονήματα
-
Υλικό ενισχυμένο με ίνες
-
ενίσχυση αναχώματος
-
ενισχυμένη μόνωση
-
Πλαστικό ενισχυμένο με ίνες γραφίτη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη