Μετάφραση του "Reject" σε Ελληνικά
Οι Απορρίπτω, απορρίπτω, αποκρούω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Reject" σε Ελληνικά.
Reject
-
Απορρίπτω
This plea must therefore be rejected as inadmissible.
Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Reject " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
reject
verb
noun
γραμματική
(transitive) to refuse to accept [..]
-
απορρίπτω
verbTo refuse to accept a file or message.
A fortiori, there is no reason to reject such an item of evidence as inadmissible.
Κατά μείζονα λόγο, δεν υπάρχει λόγος να απορριφθεί ως απαράδεκτο ένα τέτοιο αποδεικτικό στοιχείο.
-
αποκρούω
verb -
αρνούμαι
verbSo I utterly reject what has been said.
Έτσι, αρνούμαι κατηγορηματικά όσα ειπώθηκαν.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποβάλλω
- αρνιέμαι
- αποποιούμαι
- περιφρονώ
- απεμπολώ
- εμποδίζω την είσοδο
Φράσεις παρόμοιες με "Reject" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Φίλτρο απόρριψης ζώνης
-
απόρριψη κλήσης
-
Απόρριψη κοινού τρόπου
-
φίλτρο απόρριψης ζώνης
-
Φίλτρο απόρριψης ζώνης
-
Λόγος / Απόρριψη ισχύος παρακείμενου καναλιού
-
απορρίπτω ασυζητητί
-
Λόγος απόρριψης τροφοδοσίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη