Μετάφραση του "Remuneration" σε Ελληνικά
Οι Αμοιβή, αποζημίωση, αμοιβή, μισθός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Remuneration" σε Ελληνικά.
-
Αμοιβή, αποζημίωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Remuneration " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Something given in exchange for goods or services rendered. [..]
-
αμοιβή
noun femininecompensation that one receives in exchange for the work or services performed
Those members should be experienced and have a remuneration appropriate to their level.
Τα μέλη αυτά θα πρέπει να είναι έμπειρα και να έχουν αμοιβή ενδεδειγμένη για το επίπεδό τους.
-
μισθός
noun masculineA fixed amount of money paid to a worker, usually measured on a monthly or annual basis.
The remuneration and taxation of MEPs is therefore a national affair.
Ως εκ τούτου, ο μισθός και η φορολόγηση των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελεί εθνική υπόθεση.
-
αποζημίωση
noun feminineIt shall also determine any payment to be made instead of remuneration.
Ορίζει επίσης κάθε άλλη αποζημίωση που καταβάλλεται αντί αμοιβής.
Φράσεις παρόμοιες με "Remuneration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απολαβές από την εργασία
-
αμείβω · ανταμείβω · αποζημιώνω