Μετάφραση του "Resident" σε Ελληνικά
Οι Εγκατεστημένος, εσωτερικός, κάτοικος, ένοικος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Resident" σε Ελληνικά.
-
Εγκατεστημένος, εσωτερικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Resident " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
person, animal or plant living at a location or in an area [..]
-
κάτοικος
noun masculine m;f masculine;femininepersons living at a location or an area [..]
More than half the residents are opposed to the plan.
Περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους είναι ενάντια στο σχέδιο.
-
ένοικος
noun masculine m;f masculine;feminineperson living at a location or an area [..]
A resident says he uses the alleyway as a shortcut.
Κάποιος ένοικος λέει πως το χρησιμοποιούσε για να κόψει δρόμο.
-
ειδικευόμενος γιατρός
noun masculine m;f masculine;femininegraduate medical student receiving medical training [..]
No, because Doogie Howser was a resident surgeon.
Όχι, γιατί ο Ντούκι Χάουσερ ήταν ειδικευόμενος γιατρός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μόνιμος
- κατοικών
- ντόπιος
Φράσεις παρόμοιες με "Resident" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανήκω
-
διαμονή · κατοικία
-
έδρα · έπαυλη · αρχοντικό · διαμέρισμα · διαμονή · κατοικία · μέγαρο · μέλαθρον · οίκημα · οικία · τόπος διαμονής
-
διαμονή, (κατοικία)
-
αναγκάζω ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους
-
ανήκω · διαμένω · εδρεύω · κατοικώ · μένω
-
Χανιώτης
-
εστία · φοιτητική εστία