Μετάφραση του "Resilience" σε Ελληνικά
Οι Προσαρμοστικότητα, ελαστικότητα, ελαστικότητα, ανθεκτικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Resilience" σε Ελληνικά.
-
Προσαρμοστικότητα, ελαστικότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Resilience " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The mental ability to recover quickly from depression, illness or misfortune. [..]
-
ελαστικότητα
noun femininethe physical property of material that can resume its shape after being stretched or deformed; elasticity
I use it to test the resilience of my potential partners in psychopathology.
Το χρησιμοποιώ για να δοκιμάσω την ελαστικότητα των πιθανών συνεργατών μου στην ψυχοπαθολογία....
-
ανθεκτικότητα
Noun femininethe mental ability to recover quickly from depression, illness or misfortune
For example, they improve electrical conductivity, increase mechanical resilience or promote lightweight construction.
Για παράδειγμα, τα νανοϋλικά βελτιώνουν την ηλεκτρική αγωγιμότητα, αυξάνουν τη μηχανική ανθεκτικότητα και προωθούν τις ελαφριές κατασκευές.
-
επανατακτικότητα
the physical property of material that can resume its shape after being stretched or deformed; elasticity
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ψυχική ανθεκτικότητα
- ακαμψιμότητα
- επαναπροσαρμοστικότητα
- ψυχολογική αντοχή
Φράσεις παρόμοιες με "Resilience" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανθεκτικός · ελαστικός · εύκαμπτος
-
ελαστικότητα
-
ελαστική στήριξη
-
ψυχολογική προσαρμοστικότητα
-
ανθεκτικός · ελαστικός · εύκαμπτος