Μετάφραση του "Resource" σε Ελληνικά

Οι Πόρος, πόρος, μέσο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Resource" σε Ελληνικά.

Resource
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πόρος

    proper

    Former Minister of Water Resources in power after May 2011.

    Πρώην Υπουργός Υδάτινων Πόρων που βρέθηκε στην εξουσία μετά τον Μάιο του 2011.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Resource " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

resource verb noun γραμματική

Something that one uses to achieve an objective, e.g. raw materials or personnel. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόρος

    noun masculine

    For failover clusters or server clusters, a physical or logical entity that is capable of being managed by a cluster, brought online and taken offline, and moved between nodes. A resource can be owned only by a single node at any point in time. [..]

    It needs the intelligent management of the earth's resources.

    Χρειάζεται την έξυπνη διαχείριση τον πόρων της Γης.

  • μέσο

    noun neuter

    It also seems unlikely that such infringements would be found after devoting further investigatory resources.

    Είναι επίσης απίθανο να διαπιστωθούν παραβάσεις μετά τη χορήγηση περισσότερων μέσων για έρευνα.

  • πηγή

    noun feminine

    This is a wonderful resource, but it's only a record of British crime.

    Είναι θαυμάσια πηγή, αλλά καταγράφει εγκλήματα στη Βρετανία μόνο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μέσα
    • πόροι
    • φάρμακο
    • κοίτασμα
    • προσόν
    • εφευρετικότητα
    • αναψυχή
RESource
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πόρων

    It needs the intelligent management of the earth's resources.

    Χρειάζεται την έξυπνη διαχείριση τον πόρων της Γης.

Φράσεις παρόμοιες με "Resource" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Resource" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη