Μετάφραση του "Ring" σε Ελληνικά

Οι Δακτύλιος, κουδουνίζω, δακτύλιος, δαχτυλίδι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Ring" σε Ελληνικά.

Ring proper

A surname for a maker of rings as jewelry or as in harness. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δακτύλιος, κουδουνίζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ring verb noun γραμματική

(transitive) To surround or enclose. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δακτύλιος

    noun masculine

    circumscribing object [..]

    Tube and 'O' ring dimensions are shown in Figure 1.

    Οι διαστάσεις του σωλήνα και του δακτυλίου παρέχονται στο σχήμα 1.

  • δαχτυλίδι

    noun neuter

    round piece of (precious) metal worn around the finger [..]

    Tom stole her ring.

    Ο Τομ έκλεψε το δαχτυλίδι της.

  • κύκλος

    noun masculine

    geometry: a planar geometrical figure [..]

    They form that ring, and it'll be too bad.

    Σχηματίζουν κύκλο και αυτό είναι πάρα πολύ κακό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αρένα
    • τηλεφωνώ
    • ρινγκ
    • χτυπάω
    • πίστα
    • κουδουνίζω
    • συμμορία
    • χτυπώ
    • κουδούνισμα
    • ριγκ
    • ήχος
    • ηχώ
    • καλώ
    • παλαίστρα
    • στεφάνι
    • περικλείω
    • Δακτύλιος
    • άμμος
    • κονίστρα
    • κωδωνισμός
    • κρούω
    • καμπάνισμα
    • όμιλος
    • τσέρκι
    • αντηχώ
    • αντιλαλώ
    • κυκλώνω
    • περικυκλώνω
    • Δακτυλίδι
    • δακτυλίδι
    • σπείρα
    • χτυπώ καμπάνα

Εικόνες με "Ring"

Φράσεις παρόμοιες με "Ring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επανάκληση
  • Σφραγιδόλιθος · σφραγιδόλιθος
  • δακτύλιος κλειδιών · κλειδοθήκη · κρίκος · μπρελόκ
  • περιστέρι
  • αριστερός παράμεσος · δάχτυλο · δακτυλιώτης · δαχτυλιδάς · παράμεσος
  • βέρα
  • Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών
  • αρένα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη