Μετάφραση του "Roaming" σε Ελληνικά
Οι Περιαγωγή, περιαγωγή, περιαγωγη,περιπλανιση(wadering) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Roaming" σε Ελληνικά.
Roaming
-
Περιαγωγή
Impact assessment helps to improve the proposed initiative: "Roaming I"
Η εκτίμηση αντικτύπου συμβάλλει στη βελτίωση της προτεινόμενης πρωτοβουλίας: "Περιαγωγή I"
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Roaming " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
roaming
noun
verb
γραμματική
Present participle of roam. [..]
-
περιαγωγή
noun feminineusing a cell phone outside of its original registering zone [..]
Mobile network operators shall meet all reasonable requests for wholesale roaming access.
Οι πάροχοι περιαγωγής δικτύων κινητών επικοινωνιών ικανοποιούν όλα τα εύλογα αιτήματα για πρόσβαση σε περιαγωγή χονδρικής.
-
περιαγωγη,περιπλανιση(wadering)
Φράσεις παρόμοιες με "Roaming" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ψηφιακή περιαγωγή
-
Range or wander aimlessly or without any destination, often in search of food or employment · αλωνίζω · γυροφέρνω · οργώνω · περιαγωγή · περιπλανιέμαι · περιπλανώμαι · περιφέρομαι · πλανώμαι · τριγυρίζω · χαζολογάω · χασομεράω
-
επιθετικότητα περιαγωγής
-
Κατάλογος προτιμώμενων περιαγωγή
-
συμφωνία περιαγωγής
-
Κατάλογος προτιμώμενων περιαγωγή
-
παγκόσμια περιαγωγή
-
διεθνής περιαγωγή
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη