Μετάφραση του "Robust" σε Ελληνικά
Οι Στιβαρός, αυτοδύναμος, ρωμαλέος, εύρωστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Robust" σε Ελληνικά.
Robust
-
Στιβαρός, αυτοδύναμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Robust " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
robust
adjective
γραμματική
Requiring strength or vigor; as, robust employment. [..]
-
ρωμαλέος
adjective masculineevincing strength
It's time to robust a nut all over this place.
Ήρθε η ώρα να τρελάνουμε κόσμο με το ρωμαλέος.
-
εύρωστος
adjectiveAble to function or to continue functioning well in unexpected situations.
This individual here, you can tell that he's a big robust character.
Αυτό το άτομο εδώ, μπορούμε να πούμε πως ήταν ένας εύρωστος άνθρωπος.
-
δυνατός
adjective masculineI hear that Cuban coffee is particularly robust.
Έχω ακούσει ότι ο Κουβανέζικος καφές είναι ιδιαίτερα δυνατός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ακμαίος
- γερός
- γερός, στιβαρός
- μυώδης
- στιβαρός
- αθλητικός
- δυναμικός
Φράσεις παρόμοιες με "Robust" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δύναμη · ευρωστία · στιβαρότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη