Μετάφραση του "Roman" σε Ελληνικά
Οι Ρωμαίος, ρωμαϊκός, ρωμαιοκαθολικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Roman" σε Ελληνικά.
Of or from Rome. [..]
-
Ρωμαίος
noun masculinea native or resident of Rome [..]
I am as solid a Roman as any man here!
Eίμαι το ίδιο Ρωμαίος όσο ο καθένας εδώ!
-
ρωμαϊκός
adjective masculineof or from Rome [..]
That they believe the Roman way is the only one.
Το ότι πιστεύουν πως ο ρωμαϊκός τρόπος είναι ο μοναδικός.
-
ρωμαιοκαθολικός
adjective masculineRoman Catholic
I wanna be a Roman Catholic again.
Θέλω να ξαναγίνω ρωμαιοκαθολικός.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- λατινικός
- λατινικό αλφάβητο
- ρωμαϊκό
- ρωμαϊκή
- ρωμαίος
- Ρομάν
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Roman " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(of type) Upright, as opposed to italic. [..]
"roman" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το roman στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Roman" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Nεκρώσιμη Aκολουθία τής Καθολικής Εκκλησίας
-
πάπας
-
Ιστορία της Καθολικής Εκκλησίας
-
Ρωμαϊκή Δημοκρατία
-
εκρωμαϊσμένος · με λατινικούς χαρακτήρες
-
εκρωμαϊσμός · προσηλυτισμός στο Ρωμαιοκαθολικισμό
-
λατινικό αλφάβητο
-
Λατινικό αλφάβητο · λατινικό αλφάβητο