Μετάφραση του "Rough" σε Ελληνικά

Οι Ανώμαλος, αδρός, ακατέργαστος, τραχύς, άξεστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rough" σε Ελληνικά.

Rough
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανώμαλος, αδρός, ακατέργαστος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rough " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

rough adjective verb noun adverb γραμματική

The unmowed part of a golf course. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τραχύς

    adjective masculine

    He was quite curt and rough with me as he readied me.

    Ήταν απότομος και τραχύς μαζί μου καθώς μ’ ετοίμαζε.

  • άξεστος

    adjective masculine

    I think you're a bit rough for this game.

    Μάλλον είσαι λίγο άξεστος για κάτι τέτοια κόλπα.

  • αγροίκος

    adjective

    He was a cowboy, a rough, untutored cowboy.

    Ήταν ένας καουμπόης, ένας αγροίκος, απαίδευτος καουμπόης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αδούλευτος
    • βίαιος
    • ανώμαλος
    • απότομος
    • ακατέργαστος
    • αγέλαστος
    • νταής
    • σκληρός
    • αγωνιώδης
    • άγριος
    • αδρός
    • προσεγγιστικός
    • μάγκας
    • τραμπούκος
    • κακοποιός

Φράσεις παρόμοιες με "Rough" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rough" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη