Μετάφραση του "Row" σε Ελληνικά

Οι Σειρά, γραμμή, στοίχος, σειρά, γραμμή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Row" σε Ελληνικά.

Row
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σειρά, γραμμή, στοίχος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Row " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

row verb noun γραμματική

A line of objects, often regularly spaced, such as seats in a theatre, vegetable plants in a garden etc. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σειρά

    noun feminine

    The horizontal arrangement of cells in a table or spreadsheet. [..]

    Only you could have that many good hands in a row, Cyrus.

    Μόνο εσύ μπορούσες να έχεις τόσο καλό φύλλο στην σειρά, Σάιρους.

  • γραμμή

    noun feminine

    This row reflects the overall effect of transitional provisions on deductions.

    Η συγκεκριμένη γραμμή αντανακλά το συνολικό αποτέλεσμα των μεταβατικών διατάξεων στις αφαιρέσεις.

  • κωπηλατώ

    verb

    By this time, my boat had drifted some distance and I began to row.

    Τότε το σκάφος μου είχε παρασυρθεί κάποια απόσταση κι άρχισα να κωπηλατώ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στοίχος
    • αράδα
    • τραβάω κουπί
    • τραβάω κουπί σε
    • διαφωνία
    • καβγάς
    • καυγάς
    • λογομαχία
    • κωπηλασία
    • συστοιχία
    • καβγαδίζω
    • φιλονικία
    • πτέρυγα
    • διαπληκτισμός
    • τσακωμός
    • στρώση
    • αλληλοβρίσιμο
    • δόμος
    • επιπλήττω
    • οχλαγωγία
    • τσακώνομαι
    • φιλονικώ
    • ταραχή
    • κάνω, τραβάω κουπί

Εικόνες με "Row"

Φράσεις παρόμοιες με "Row" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πεδίο γραμμών
  • επιλογέας γραμμής
  • άξονας συμπύκνωσης γραμμών
  • οδηγοί γραμμών
  • γραμμή αθροίσματος
  • θάλαμος θανατοποινιτών · πτέρυγα θανατοποινιτών · πτέρυγα μελλοθανάτων
  • σειρά διπόλων
  • μεζονέτα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Row" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη