Μετάφραση του "Rubber" σε Ελληνικά

Οι Λάστιχο, καουτσούκ, προφυλακτικό, λάστιχο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Rubber" σε Ελληνικά.

Rubber
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λάστιχο, καουτσούκ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Rubber " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

rubber verb noun adjective γραμματική

(uncountable) Pliable material derived from the sap of the rubber tree; a hydrocarbon polymer of isoprene. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προφυλακτικό

    noun neuter

    condom [..]

    I really wish that one of us would have insisted on a rubber.

    Πραγματικά εύχομαι ένας από εμάς να είχε επιμείνει να βάλουμε προφυλακτικό.

  • λάστιχο

    noun neuter

    synthetic materials with the same properties

    It's nothing a rubber insulation can't fix, though.

    Δεν είναι κάτι που δεν μπορεί να φτιαχτεί με λίγο λάστιχο όμως.

  • καουτσούκ

    noun

    pliable material derived from the sap of the rubber tree [..]

    The term ‘rubber’ encompasses all kinds of natural and synthetic rubbers.

    Ο όρος «καουτσούκ» περιλαμβάνει όλα τα είδη φυσικού και συνθετικού καουτσούκ.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λάστιχα
    • γόμα
    • γαλότσες
    • ελαστικό κόμμι
    • σφουγγαρόπανο
    • γομολάστιχα
    • λαστιχένιος
    • σβηστήρα
    • ελαστικό
    • ελάστικό κόμμι

Εικόνες με "Rubber"

Φράσεις παρόμοιες με "Rubber" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Rubber" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη