Μετάφραση του "Sami" σε Ελληνικά
Οι λαπωνικά, σπόρος, Σάμι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sami" σε Ελληνικά.
Sami
adjective
noun
proper
γραμματική
A member of the nomadic people of Lapland. [..]
-
λαπωνικά
noun -
σπόρος
noun masculine -
Σάμι
It's just a little down phase, as Sami would say.
Οξεία τεμπελίτιδα, όπως θα έλεγε και ο Σάμι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sami " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Sami" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βόρεια λαπωνικά
-
βόρεια λαπωνικά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη